άφωνος
επίθετο1. Που δεν έχει τη δυνατότητα να μιλήσει ή στερείται φωνής, είτε προσωρινά είτε μόνιμα.
2. Που δεν βρίσκει λόγια εξαιτίας έντονης έκπληξης, δέους ή συγκίνησης.
3. Που δεν παράγει ήχο όταν αυτό αναμένεται, για πρόσωπα, όργανα ή μηχανισμούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ομιλητικός φωνητικός λαλίστατος λαλιάρης πολυλογικός συζητητικός φωναχτός ηχηρός εκφραστικός μουσικός
Παραδείγματα χρήσης
- Έμεινα άφωνος όταν άκουσα τα νέα.
- Η ανακοίνωση την άφησε άφωνη.
- Ο κατηγορούμενος παρέμεινε άφωνος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.
- Το θέαμα είχε τόσο ισχυρό αποτέλεσμα που άφησε το κοινό άφωνο.
- Οι θεατές έμειναν άφωνοι από την εξέλιξη.