άμυνα
ουσιαστικό1. Μέτρα, ενέργειες ή μέσα που αποσκοπούν στην προστασία προσώπων, οργανισμών, εγκαταστάσεων ή συμφερόντων από εξωτερικές επιθέσεις, βλάβες ή κινδύνους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άμυνα της χώρας ενισχύθηκε με νέες μονάδες.
- Η ομάδα κέρδισε γιατί η άμυνα της ήταν αλάνθαστη.
- Ο δικηγόρος προετοίμασε ισχυρή άμυνα για τον κατηγορούμενο.
- Το ανοσοποιητικό σύστημα παρέχει άμυνα ενάντια σε μολύνσεις.
- Η σιωπή ήταν η άμυνα του απέναντι στις δύσκολες ερωτήσεις.