άλγος
ουσιαστικό1. Έντονη και δυσάρεστη αίσθηση στο σώμα που υποδηλώνει τραυματισμό, ασθένεια ή άλλη σωματική βλάβη.
2. Ψυχικό ή συναισθηματικό παθολογικό βίωμα που εκδηλώνεται ως θλίψη, οδύνη ή αγωνία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άλγος στο δεξί μου χέρι δεν υποχωρούσε.
- Το άλγος της απώλειας ήταν βαθύ και σιωπηλό.
- Η μελωδία ξύπνησε ένα παλιό άλγος μέσα του.
- Ο ασθενής περιέγραψε οξύ άλγος στον θώρακα.
- Το άλγος του λαού αποτυπωνόταν στα ποιήματα της εποχής.