άθροισμα
ουσιαστικό1. Συνολικό αποτέλεσμα της πρόσθεσης δύο ή περισσότερων αριθμών ή μεγεθών.
2. Συνολική ποσότητα που προκύπτει από τη συνένωση επιμέρους στοιχείων ή μονάδων.
3. Σύνολο αντικειμένων ή στοιχείων που θεωρούνται μαζί ως μία ενιαία ποσότητα ή μέτρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άθροισμα των δύο αριθμών είναι δέκα.
- Το συνολικό άθροισμα της αγοράς ανήλθε στα 120 ευρώ.
- Το άθροισμα των ψήφων έδωσε το προβάδισμα στον υποψήφιο.
- Το άθροισμα των εμπειριών του τον έκανε πιο ώριμο.
- Τα αθροίσματα των μετρήσεων διαφέρουν μεταξύ των εργαστηρίων.