υπέρτατος
επίθετοΠου βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο, βαθμό ή επίπεδο από κάθε άλλο, ή που θεωρείται το ανώτερο σε δύναμη, αξία ή σημασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δικαιοσύνη είναι ο υπέρτατος στόχος ενός ευνομούμενου κράτους.
- Πιστεύει ότι η υπέρτατη αξία στη ζωή είναι η αγάπη.
- Για εκείνον, η ελευθερία είναι το υπέρτατο αγαθό.
- Οι αποφάσεις του δικαστηρίου έχουν υπέρτατη σημασία για την υπόθεση.
- Έδειξε υπέρτατο θάρρος μπροστά στον κίνδυνο.