νώτο
ουσιαστικό1. Η πίσω επιφάνεια του κορμού του ανθρώπου ή του ζώου, από τους ώμους έως τη μέση.
2. Το πίσω ή ανώτερο τμήμα ενός σώματος ή αντικειμένου, όταν διακρίνεται από την πρόσθια πλευρά.
3. Στη ναυτική ορολογία, το πίσω τμήμα ενός σκάφους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Χτύπησα τον νώτο μου όταν σήκωνα βαριά κιβώτια.
- Ο κτηνίατρος εξέτασε τον νώτο του αλόγου για σημάδια τραυματισμού.
- Έβαλε ένα επίθεμα στον νώτο του μετά το κόψιμο από το τζάμι.
- Μας γύρισε τον νώτο και αρνήθηκε να μας ακούσει.
- Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης βοηθούν τους μύες γύρω από τον νώτο.