μπροστά
επίρρημα1. Σε θέση ή κίνηση προς το εμπρός μέρος ενός χώρου, αντικειμένου ή προσώπου σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς.
2. Χρονικά ή εξελικτικά, προς το μέλλον ή προς ένα επόμενο στάδιο, όταν κάτι βρίσκεται σε προτεραιότητα ή προχωρά πριν από άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι.
- Στάθηκα μπροστά του για να μιλήσω.
- Κοίτα μπροστά και προχώρα χωρίς φόβο.
- Οι ιδέες του είναι πολύ μπροστά σε σχέση με την εποχή τους.
- Βάλε το βιβλίο μπροστά στη στοίβα, ώστε να το βρω εύκολα.
- Η ομάδα είναι μπροστά στο σκορ με δύο γκολ.