μπουστάκι
ουσιαστικό1. Ελαφρύ τοπ μικρού μήκους και χωρίς μανίκια που καλύπτει και στηρίζει το πάνω μέρος του κορμού, συχνά ελαστικό ή με ενίσχυση, χρησιμοποιούμενο είτε ως εσώρουχο είτε ως εξωτερική ένδυση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Φόρεσε ένα μπουστάκι με τζιν και βγήκε στην πόλη.
- Κατά την προπόνηση προτιμώ να φοράω ένα μπουστάκι που στηρίζει καλά.
- Το μπουστάκι της ήταν διακοσμημένο με δαντέλα.
- Έβαλα στο μωρό ένα μπουστάκι πριν κοιμηθεί για να μην κρυώσει.
- Στη λαογραφική έκθεση υπήρχε ένα παραδοσιακό μπουστάκι από τον 19ο αιώνα.