καθοδόν
επίρρημα1. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης προς κάποιον προορισμό, ενώ το πρόσωπο ή το αντικείμενο βρίσκεται εν κινήσει.
2. Στην πορεία ή στο ενδιάμεσο στάδιο πριν την άφιξη, για ενέργειες ή γεγονότα που συμβαίνουν καθώς γίνεται η μετακίνηση.
Συνώνυμα
οδεύοντας προχωρώντας πορευόμενος ενδιάμεσα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι καθοδόν — θα φτάσω σε είκοσι λεπτά.
- Πέρασα από το φαρμακείο καθοδόν και πήρα τα φάρμακά σου.
- Καθοδόν προς το σταθμό συνάντησα παλιούς φίλους.
- Μίλησαν στο τηλέφωνο καθοδόν, ενώ οδηγούσαν προς το λιμάνι.
- Το δέμα είναι καθοδόν και θα φτάσει αύριο.