ντουλάπι
ουσιαστικό1. Έπιπλο ή κλειστός χώρος με μία ή περισσότερες πόρτες και συνήθως ράφια ή διαμερίσματα, προοριζόμενο για φύλαξη και οργάνωση αντικειμένων.
Συνώνυμα
ντουλάπα ντουλαπάκι συρταριέρα μπουφές βιβλιοθήκη αρχειοθήκη σεντούκι κιβώτιο κουτί θήκη παγκάρι κασόνι συρτάρι θυρίδα κρύπτη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βάζω τα χειμωνιάτικα παλτά στο ντουλάπι της κρεβατοκάμαρας.
- Έσπασε ένα ποτήρι όταν το έβγαλα από το πάνω ντουλάπι της κουζίνας.
- Κλείδωσα το βιβλίο μου στο ντουλάπι του σχολείου.
- Ψάχνω την αλοιφή στο ντουλάπι του μπάνιου.
- Τα παλιά έγγραφα ήταν κρυμμένα μέσα στα ντουλάπια του γραφείου.