βαλίτσα
ουσιαστικό1. Φορητό δοχείο κατασκευασμένο από ύφασμα, δέρμα, πλαστικό ή άλλο υλικό, συνήθως με κλείσιμο και λαβή, προορισμένο για τη μεταφορά ρούχων και προσωπικών αντικειμένων κατά τα ταξίδια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα τη βαλίτσα στο πορτμπαγκάζ πριν φύγουμε.
- Η βαλίτσα μου είναι γεμάτη ρούχα για τις διακοπές.
- Έκανε τη βαλίτσα του και αποφάσισε να μετακομίσει σε άλλη πόλη.
- Η παλιά βαλίτσα φυλάει φωτογραφίες και γράμματα της γιαγιάς μου.
- Αγόρασα μια μεγαλύτερη βαλίτσα γιατί η προηγούμενη δεν χωρούσε όλα τα δώρα.