αυτοκίνητο
ουσιαστικό1. Μηχανοκίνητο όχημα σχεδιασμένο για κυκλοφορία σε δρόμους και για τη μεταφορά ανθρώπων ή φορτίων, συνήθως με τέσσερις τροχούς και με κινητήρα εσωτερικής καύσης ή ηλεκτρικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο μπροστά στο σπίτι.
- Το αυτοκίνητο μου χρειάζεται σέρβις.
- Πήραμε το αυτοκίνητο και φύγαμε για την εξοχή.
- Η εταιρεία παρουσίασε ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο στην έκθεση.
- Τα αυτοκίνητα στην πόλη προκαλούν μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση.