μοτοσικλέτα

ουσιαστικό

Μηχανοκίνητο δίτροχο όχημα με κινητήρα και πλαίσιο που φέρει δύο τροχούς σε σειρά, σχεδιασμένο για τη μεταφορά ενός ή δύο ατόμων και για κυκλοφορία σε οδικά δίκτυα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μοτοσικλέτα μου ξεκίνησε εύκολα σήμερα το πρωί.
  • Πήραμε μια μοτοσικλέτα για να εξερευνήσουμε το νησί.
  • Στην εθνική οδό υπήρξε σύγκρουση ανάμεσα σε αυτοκίνητο και μοτοσικλέτα.
  • Τα φρένα της μοτοσικλέτας πρέπει να ελεγχθούν άμεσα.
  • Στην πόλη βλέπεις πολλές μοτοσικλέτες να παρακάμπτουν την κίνηση.