αεροπλάνο
ουσιαστικό1. Μηχάνημα με σταθερά πτερύγια και προωθητικά συστήματα που κινείται και διατηρείται στον αέρα, χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου.
Συνώνυμα
αεροσκάφος αεριωθούμενο υδροπλάνο διπλάνο μονόπλανο ελικοφόρο αερόπλοιο ελικόπτερο ανεμόπτερο αεροπλανάκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αεροπλάνο προσγειώθηκε με ασφάλεια.
- Το παιδί έφτιαξε ένα αεροπλάνο από χαρτί.
- Ο μηχανικός επιθεώρησε το αεροπλάνο πριν την πτήση.
- Είδα ένα αεροπλάνο να διασχίζει τον καθαρό ουρανό.
- Η ανακοίνωση είπε ότι το αεροπλάνο θα καθυστερήσει δύο ώρες.