κάρο
ουσιαστικό1. Όχημα με τροχούς για τη μεταφορά εμπορευμάτων ή αντικειμένων, συνήθως ρυμουλκούμενο από ζώα ή τραβηγμένο/σπρωγμένο από ανθρώπους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κάρο ήταν γεμάτο με άχυρο.
- Έσπρωχνε το κάρο με τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ.
- Παρκάρισε το καινούριο κάρο μπροστά στο σπίτι.
- Τα παιδιά έπαιζαν σπρώχνοντας το μικρό κάρο στην αυλή.
- Στο παζάρι είδα ένα παλιό κάρο, διακοσμημένο με πολύχρωμα φανάρια.