χελώνα

ουσιαστικό

Ζώο ερπετό με σπονδυλωτό σώμα καλυμμένο από σκληρό κέλυφος που περιβάλλει τη ράχη και την κοιλιά, με κοντά πόδια ή πτερύγια· πολλά είδη ζουν στην ξηρά, σε γλυκό νερό ή στη θάλασσα.

Συνώνυμα

χελώνη χελώνι χελών ταρταρούγα χελωνίδα κατοικίδιο χελωνάκι χελωνίδιο χελωνίτσα ερπετό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χελώνα κολυμπούσε αργά κοντά στην ακτή.
  • Στον κήπο βρήκα μια μικρή χελώνα που έτρωγε φύλλα.
  • Η χελώνα στο ζωολογικό κήπο υποβλήθηκε σε ιατρικό έλεγχο.
  • Μην είσαι χελώνα, θα αργήσουμε.
  • Στο παραμύθι η χελώνα νίκησε τον λαγό με υπομονή.