ξημέρωμα
ουσιαστικό1. Η αρχική ώρα της ημέρας κατά την οποία εμφανίζεται το πρώτο φως στον ορίζοντα πριν από την πλήρη ανατολή του ηλίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ξημέρωμα ήταν γεμάτο ροζ και πορτοκαλί αποχρώσεις.
- Ξύπνησα πριν το ξημέρωμα για να προλάβω την πτήση.
- Μας βρήκε το ξημέρωμα στο βουνό, κουρασμένους αλλά χαρούμενους.
- Η συναυλία κράτησε μέχρι το ξημέρωμα.
- Με το ξημέρωμα άρχισε η έρευνα στον αρχαιολογικό χώρο.
- Το ξημέρωμα μιας νέας εποχής φέρνει ελπίδα και αλλαγή.