μεσημβρία
ουσιαστικό1. Χρονική περίοδος ή στιγμή κοντά στο μέσο της ηλιακής ημέρας, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του ουρανού και διασταυρώνεται με τον τοπικό μεσημβρινό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεσημβρία είναι η καλύτερη ώρα για ένα σύντομο διάλειμμα.
- Στον χάρτη, η μεσημβρία υποδεικνύει την κατεύθυνση προς το νότο.
- Η μεσημβρία του καλοκαιριού φέρνει έντονη ζέστη.
- Οι ακτίνες του ήλιου τη μεσημβρία πέφτουν πιο κάθετα.
- Οι κάτοικοι της μεσημβρίας έχουν διαφορετικές παραδόσεις.