ανατολή

ουσιαστικό

1. Κατεύθυνση ή σημείο του ορίζοντα προς το οποίο εμφανίζεται ο Ήλιος, δηλαδή το ανατολικό μέρος της γήινης επιφάνειας σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανατολή του ήλιου πάνω από τη θάλασσα ήταν μαγευτική.
  • Το χωριό βρίσκεται στην ανατολή της επαρχίας, κοντά στα σύνορα.
  • Η ανατολή μιας νέας εποχής στην επιστήμη φέρνει ελπίδα και προκλήσεις.
  • Οι ταξιδιώτες κοιτούσαν προς την ανατολή για να προσανατολιστούν.
  • Στην ποίηση, η ανατολή συχνά συμβολίζει την αναγέννηση.