σούρουπο

ουσιαστικό

1. Η χρονική περίοδος της ημέρας μετά τη δύση του ηλίου, όταν ο ουρανός αρχίζει να σκοτεινιάζει και η μέρα μεταβαίνει στη νύχτα.

2. Η ατμόσφαιρα ηρεμίας, σιωπής ή μελαγχολίας που συνδέεται με αυτή την ώρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σούρουπο, τα πουλιά γυρίζουν στις φωλιές τους.
  • Γύρισα στο σπίτι σούρουπο.
  • Κλείσαμε το ραντεβού για το σούρουπο.
  • Στο σούρουπο της ζωής του ένιωθε γαλήνη.
  • Το λιμάνι φωτίστηκε καθώς έπεφτε το σούρουπο.