αυτόματα
επίρρημα1. Με τρόπο που εκτελείται ή λειτουργεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, από μηχανισμό, μηχανή ή πρόγραμμα.
2. Χωρίς συνειδητή βούληση ή πρόθεση από άτομο, ως αυθόρμητη ή μη ελεγχόμενη αντίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συναγερμός ενεργοποιήθηκε αυτόματα όταν άνοιξε η πόρτα.
- Ανέβηκε ο τόνος της φωνής του αυτόματα όταν άκουσε τα νέα.
- Με την υποβολή της φόρμας, η αίτηση καταχωρήθηκε αυτόματα στο σύστημα.
- Όταν τον είδε, χαμογέλασε αυτόματα.
- Οι λογαριασμοί χρεώνονται αυτόματα στο τέλος του μήνα.