ανεπιτήδευτα

επίρρημα

Με φυσικό, απλό και αβίαστο τρόπο, χωρίς επιτήδευση ή προσπάθεια εντυπωσιασμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επιτηδευμένα ψεύτικα υποκριτικά θεατρικά προσποιητά στυλιζαρισμένα ψωνισμένα τραβηγμένα σκόπιμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μίλησε ανεπιτήδευτα για τα επιτεύγματά του, χωρίς εγωισμούς.
  • Το σπίτι ήταν διακοσμημένο ανεπιτήδευτα, με λίγα αλλά ζεστά αντικείμενα.
  • Η ηθοποιός απέδωσε τον ρόλο ανεπιτήδευτα, κάνοντας το κοινό να ταυτιστεί.
  • Το χιούμορ του βγήκε ανεπιτήδευτα, και όλοι γέλασαν.
  • Χαμογέλασε ανεπιτήδευτα και η ένταση στην αίθουσα έσβησε.