ωριμότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα έμβιο όν, αντικείμενο ή διαδικασία έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη ή εξέλιξή του και έχει φτάσει σε λειτουργικό ή τελικό στάδιο.

Συνώνυμα

ωρίμανση ενηλικίωση ενηλικότητα ετοιμότητα συγκρότηση πληρότητα σοφία εμπειρία πείρα ψυχραιμία σύνεση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ωριμότητα του φρούτου φαίνεται από το χρώμα και την απαλότητά του.
  • Μετά από πολλά χρόνια εμπειρίας, ο διευθυντής δείχνει μεγάλη ωριμότητα στις αποφάσεις του.
  • Η ομολογία έχει ημερομηνία ωριμότητας σε πέντε χρόνια.
  • Η ωριμότητα του κρασιού εξαρτάται από την ποικιλία και την παραμονή στο βαρέλι.
  • Η ωριμότητα του οργανισμού καθορίζει την ικανότητα αναπαραγωγής.
  • Η ωριμότητα της συζήτησης επέτρεψε να λυθούν οι διαφορές χωρίς εντάσεις.