ψίχουλο
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι ψωμιού ή άλλου στερεού τροφίμου που απομένει μετά το κόψιμο, το σπάσιμο ή το τρίψιμο.
2. Μικρό θραύσμα ή κομματάκι υλικού που έχει αποσπαστεί από μεγαλύτερο αντικείμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί μάζεψε τα ψίχουλα από το τραπέζι.
- Έριξε ψίχουλα στον κήπο για να τραφούν τα περιστέρια.
- Μου έδωσε μόνο ένα ψίχουλο από το κέικ.
- Στη δουλειά του τον πλήρωσαν με ψίχουλα.
- Δεν του άφησαν ούτε ψίχουλο, όλα πήγαν σε άλλους.