ψήνομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε θερμική επεξεργασία πάνω σε φωτιά, φούρνο ή σχάρα, ώστε να μαγειρευτώ ή να ροδίσω.
2. Αισθάνομαι έντονη ζέστη ή δυσφορία εξαιτίας υψηλής θερμοκρασίας.
Συνώνυμα
καυλώνω ανάβω θέλω επιθυμώ ποθώ ανυπομονώ λαχταρώ καίγομαι ενθουσιάζομαι ερεθίζομαι συναρπάζομαι ιδρώνω φλέγομαι λιγουρεύομαι κολλώ τρελαίνομαι ελκύω αγαπάω προτιμάω διψώ στοχάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αρνί ψήνεται στη λαμαρίνα για τρεις ώρες.
- Στην παραλία κάθε μέρα ψήνομαι κάτω από τον ήλιο.
- Για αυτή τη συναυλία ψήνομαι εδώ και μήνες.
- Μόλις είδα την τούρτα, ψήθηκα να πάρω ένα κομμάτι.
- Τα κάστανα ψήνονται πάνω στη φωτιά και μυρίζουν υπέροχα.