ψάξιμο
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια της αναζήτησης αντικειμένων, πληροφοριών ή προσώπων με σκοπό τον εντοπισμό τους.
2. Ενέργεια ελέγχου ή διερεύνησης χώρου, αντικειμένου ή εγγράφων προς εντόπιση στοιχείων ή αποδεικτικών.
Συνώνυμα
αναζήτηση έρευνα διερεύνηση ψαχούλημα ψαχούρεμα ξεψάχνισμα τσεκάρισμα έλεγχος επιθεώρηση εξερεύνηση σκαλίσμα σκάψιμο σκανάρισμα ανασκόπηση κυνήγι ψάρεμα ανάλυση μελέτη σάρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ψάξιμο του διαμερίσματος κράτησε εβδομάδες.
- Με λίγο ψάξιμο στο διαδίκτυο βρήκα αμέσως την απάντηση.
- Το ψάξιμο στα συρτάρια δεν έφερε αποτέλεσμα.
- Χωρίς ψάξιμο, δεν θα εντοπίζαμε το κλειδί.
- Το ψάξιμο για δουλειά είναι συχνά κουραστικό.
- Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκαμε το κατάλληλο βιβλίο.