χορεύω
ρήμα1. Κινούμαι ρυθμικά με το σώμα, συχνά σε συνδυασμό με μουσική, εκτελώντας βήματα ή κινήσεις που ακολουθούν τον ρυθμό.
2. Συμμετέχω σε κοινωνικό, παραδοσιακό ή τελετουργικό χορό, ακολουθώντας κανόνες, μοτίβα ή χορογραφία.
Συνώνυμα
χορεύομαι λικνίζω λικνίζομαι στροβιλίζομαι στριφογυρίζω χοροπηδώ γλεντώ ξεφαντώνω χοροστατώ πανηγυρίζω ξεσαλώνω κουνιέμαι ροκάρω διασκεδάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Σάββατο χορεύω στο σχολείο χορού.
- Μαθαίνω να χορεύω σάλσα για τον διαγωνισμό.
- Στο γάμο της φίλης μου χορεύω μέχρι το πρωί.
- Η μουσική με κάνει να χορεύω από χαρά.
- Θέλω να χορεύω μπροστά σε κοινό χωρίς να φοβάμαι.