χαραγή

άλλο

Μικρή εγκοπή, χάραξη ή σχισμή σε μια επιφάνεια ή αντικείμενο, που γίνεται με κόψιμο, σκάλισμα ή φθορά.

Συνώνυμα

χάραξη εγχάραξη χάραγμα χαράξιμο γρατζουνιά χαρακιά σκάλισμα τομή αύλακας αυλάκι επιγραφή ανάγλυφο χαρακτικό αποτύπωμα σήμανση γραφιά χαραμάδα σχισμή σχίση χαράκωμα γραμμή ουλή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χαραγή στο μετάλλιο ήταν τόσο λεπτομερής που φαινόταν η υπογραφή του χαράκτη.
  • Μετά τη βροχή, οι χαραγές στα χωράφια γέμισαν νερό.
  • Η χαραγή πάνω στο ξύλο χρησίμευε για την εκτύπωση των εικόνων.
  • Μια βαθιά χαραγή στον βράχο μαρτυρούσε την παλιά πορεία του ποταμού.
  • Στο παλιό κέρμα υπήρχε μια αχνή χαραγή που έδειχνε το έτος κοπής.