χαλάρωμα

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα μείωσης της έντασης, του άγχους ή της ψυχικής πίεσης, που συνεπάγεται αίσθηση ηρεμίας και άνεσης.

2. Κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία οι μύες, οι αρθρώσεις ή τα δεσίματα γίνονται λιγότερο σφιχτοί και πιο εύκαμπτοι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χαλάρωμα μετά τη δουλειά με βοηθά να ξεχάσω το άγχος.
  • Έκανα λίγη γυμναστική για το χαλάρωμα των μυών μετά την προπόνηση.
  • Το χαλάρωμα των περιοριστικών μέτρων έδωσε ανάσα στην οικονομία.
  • Κατά το χαλάρωμα των βιδών πρέπει να προσέχουμε να μην προκληθεί ζημιά στο εξάρτημα.
  • Ένα ζεστό μπάνιο και λίγη μουσική είναι ιδανικά για χαλάρωμα πριν τον ύπνο.