φυσικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή χαρακτηριστικό του να είναι φυσικό, δηλαδή να προκύπτει από τη φύση ή να εκδηλώνεται χωρίς τεχνητή παρέμβαση, με αυθορμητισμό και αβίαστο ύφος στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
αβίαστοτητα ανεπιτήδευση αυθορμητισμός αυθορμητικότητα αυθορμησία αυθεντικότητα φυσιολογικότητα αληθοφάνεια απλότητα ρεαλισμός νατουραλισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου άρεσε η φυσικότητα της ερμηνείας της στην παράσταση.
- Η φυσικότητα του τοπίου εντυπωσίασε τους επισκέπτες.
- Στην ομιλία του ξεχώριζε η φυσικότητα στον τρόπο που μιλούσε.
- Για να γίνει ρεαλιστική η ταινία χρειάστηκε φυσικότητα στην κίνηση των ηθοποιών.
- Οι επιστήμονες συζήτησαν τη φυσικότητα του φαινομένου σε σχέση με το θεωρητικό μοντέλο.