φυλακίζω
ρήμα1. Τοποθετώ ή αναγκάζω κάποιον να βρίσκεται σε χώρο κράτησης (φυλακή, κελί κ.λπ.), στερώντας του την ελευθερία κίνησης και την ικανότητα να απομακρυνθεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία φυλάκισε τον ύποπτο χθες το βράδυ.
- Κάθε βράδυ ο δεσμοφύλακας φυλακίζει τους κρατουμένους στα κελιά.
- Μετά την καταδίκη, ο δράστης φυλακίστηκε για δέκα χρόνια.
- Η μοναξιά φυλακίζει την καρδιά της και δεν την αφήνει να χαμογελάσει.
- Το χιόνι φυλακίζει το χωριό, εμποδίζοντας την έξοδο των αυτοκινήτων.