φυλακή
ουσιαστικό1. Χώρος ή ίδρυμα όπου κρατούνται προσωρινά ή μόνιμα πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα ή τελούν υπό κράτηση, με σκοπό την απομόνωση, την τιμωρία και τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης.
Συνώνυμα
δεσμωτήριο σωφρονιστήριο κρατητήριο μπουντρούμι κάτεργο εγκλεισμός μέσα φυλάκιση κελί κολαστήριο φυλακάκι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κατάδικος μεταφέρθηκε στη φυλακή.
- Η κράτησή του στη φυλακή κράτησε πέντε χρόνια.
- Οι χωρικοί έκαναν φυλακή στα χωράφια όλη τη νύχτα για να προστατεύσουν τη σοδειά.
- Η οικονομική ανέχεια ήταν για εκείνη σαν φυλακή.
- Μεταφέρθηκε στη φυλακή ανηλίκων μετά τη σύλληψή του.