φραγμός
ουσιαστικό1. Στερεή κατασκευή ή εμπόδιο που περιορίζει ή εμποδίζει τη διέλευση ανθρώπων, ζώων, οχημάτων ή την κίνηση υλικών.
2. Κατασκευή ή σχηματισμός που συγκρατεί ή ρυθμίζει τη ροή νερού, εμποδίζοντας την ελεύθερη ροή σε ποτάμι, λίμνη ή δεξαμενή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φραγμός μπλόκαρε το δρόμο μετά την καταιγίδα.
- Ο φραγμός κρατά το νερό πίσω για να προστατεύσει το χωριό από πλημμύρες.
- Ένας φραγμός στις αρτηρίες μπορεί να προκαλέσει έντονο πόνο και καρδιακά προβλήματα.
- Η γραφειοκρατία αποτέλεσε φραγμό στην πρόοδό μας.
- Ο φραγμός στο συνοριακό πέρασμα ελέγχει τα διαβατήρια και τα φορτία.
- Ένας φραγμός στο σήμα προκάλεσε διακοπή της σύνδεσης στο διαδίκτυο.