φρένο
ουσιαστικό1. Συσκευή ή μηχανισμός που χρησιμεύει στη μείωση της ταχύτητας ή στο σταμάτημα της κίνησης ενός οχήματος, μηχανής ή περιστρεφόμενου μέρους, με την άσκηση τριβής, αντίστασης ή άλλου μέσου.
Συνώνυμα
φρένα φρενάρισμα τροχοπέδη ανάσχεση ανακοπή αναστολή κόφτης στοπ περιορισμός εμπόδιο παρεμπόδιση φραγμός όριο χαλίνα απαγόρευση αποτροπή παύση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φρένο του αυτοκινήτου δεν λειτουργούσε και χρειάστηκε άμεση επισκευή.
- Ο οδηγός τράβηξε το φρένο για να αποφύγει την πρόσκρουση.
- Η κυβέρνηση έβαλε φρένο στις εισαγωγές για να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή.
- Η κρίση έβαλε φρένο στην ανάπτυξη της επιχείρησης.
- Έπρεπε να βάλω φρένο στα έξοδά μου για να ανταπεξέλθω οικονομικά.