φιλαράκος

ουσιαστικό

Άτομο με το οποίο κάποιος διατηρεί οικεία, εγκάρδια και συνήθως ανεπίσημη σχέση· χρησιμοποιείται ως προσφώνημα με τρυφερό ή παιχνιδιάρικο ύφος για να εκφράσει οικειότητα και στοργή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φιλαράκος μου βοήθησε να μετακομίσω χτες.
  • Σε κάθε παρέα υπάρχει ένας φιλαράκος που σπάει την αμηχανία με ένα αστείο.
  • Το παρατσούκλι του στη γειτονιά ήταν φιλαράκος.
  • Τον υποδέχτηκαν σαν φιλαράκος, όχι ως επίσημο προσκεκλημένο.
  • Η χρήση της λέξης φιλαράκος μπορεί να είναι και ειρωνική όταν κάποιος προσποιείται οικειότητα.