φεστιβάλ
ουσιαστικό1. Οργανωμένη δημόσια ή ιδιωτική εκδήλωση με σκοπό την ψυχαγωγία, τον πολιτισμό ή τον εορτασμό, που περιλαμβάνει μουσική, θεάματα, τέχνες, φαγητό και άλλες δραστηριότητες, συνήθως με συγκεκριμένη θεματική και περιορισμένη χρονική διάρκεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φεστιβάλ κινηματογράφου ξεκινά αύριο στην πόλη.
- Το φεστιβάλ μουσικής προσέλκυσε χιλιάδες θεατές.
- Ο δήμος διοργανώνει κάθε καλοκαίρι ένα φεστιβάλ παραδοσιακής κουζίνας.
- Στη γειτονιά μας έγινε ένα μικρό φεστιβάλ τέχνης με εκθέσεις και εργαστήρια.
- Η βραδιά έγινε ένα φεστιβάλ χρωμάτων και ήχων.
- Εγώ και οι φίλοι μου θα πάμε στο φεστιβάλ το Σαββατοκύριακο.