φανερά
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν κρύβει κάτι, χωρίς απόκρυψη ή μυστικότητα.
2. Με τρόπο που γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις αισθήσεις ή τη λογική, έτσι ώστε να είναι εμφανές.
3. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται σαφές ή αναγνωρίσιμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάντησή του ήταν φανερά ελλιπής.
- Μιλούσε φανερά για τα μελλοντικά του σχέδια.
- Ήταν φανερά κουρασμένος μετά το ταξίδι.
- Φανερά, δεν ήθελε να εμπλακεί στη συζήτηση.
- Το λάθος ήταν φανερά ανθρώπινο και δικαιολογήσιμο.