υπουργός
ουσιαστικόΠρόσωπο που κατέχει δημόσιο αξίωμα ως επικεφαλής υπουργείου, υπεύθυνο για τη διαμόρφωση και εφαρμογή πολιτικής σε συγκεκριμένο τομέα και μέλος της κυβέρνησης ή του υπουργικού συμβουλίου.
Συνώνυμα
υφυπουργός αξιωματούχος πολιτικός υπεύθυνος πρωθυπουργός καγκελάριος επίτροπος τεχνοκράτης αρμόδιος αντιπρόσωπος βουλευτής στέλεχος λειτουργός αρχηγός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπουργός παρουσίασε το νέο σχέδιο νόμου στη Βουλή.
- Η υπουργός υπέγραψε τη σύμβαση με τους διεθνείς εταίρους.
- Ο υπουργός Νικολάου απάντησε σε ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
- Ο αναπληρωτής υπουργός ενημέρωσε τους βουλευτές για τις εξελίξεις.
- Οι πολίτες απαίτησαν να παραιτηθεί ο υπουργός λόγω των λαθών στο έργο.