υπεροψία

ουσιαστικό

Υπερβολική εκτίμηση του εαυτού ή των ικανοτήτων του, που οδηγεί σε περιφρονητική στάση απέναντι στους άλλους.

Συνώνυμα

αλαζονεία έπαρση ύβρις αυτοϊκανοποίηση αυταρέσκεια ξιπασιά θράσος αναίδεια καταφρόνηση υπερηφάνεια μωροφιλοδοξία καβαλημένο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπεροψία του τον έκανε να αγνοεί τις συμβουλές των άλλων.
  • Δεν είναι καλό να μιλά κανείς με υπεροψία σε όσους τον βοηθούν.
  • Παρά την επιτυχία της, απέφευγε την υπεροψία και παρέμενε σεμνή.
  • Η υπεροψία συχνά κρύβει ανασφάλεια.
  • Η δασκάλα τούς μίλησε για τον κίνδυνο της υπεροψίας στην καθημερινή ζωή.