υπαστυνόμος

ουσιαστικό

Αξιωματικός ενδιάμεσου βαθμού στην αστυνομία, ο οποίος αναλαμβάνει διοικητικά και επιχειρησιακά καθήκοντα, εποπτεύει προσωπικό και περιπολίες, συντονίζει αστυνομικές δράσεις και συμμετέχει σε έρευνες και διοικητικές διαδικασίες σύμφωνα με την υπηρεσιακή ιεραρχία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπαστυνόμος διηύθυνε την επιχείρηση σύλληψης στο κέντρο της πόλης.
  • Ο υπαστυνόμος άνοιξε φάκελο και συνέλεξε στοιχεία από τη σκηνή του εγκλήματος.
  • Μετά την προαγωγή του, ο υπαστυνόμος ανέλαβε τα καθήκοντα του διοικητή στο τοπικό τμήμα.
  • Ο υπαστυνόμος συναντήθηκε με τους κατοίκους της γειτονιάς για να ακούσει τις ανησυχίες τους.
  • Ο υπαστυνόμος της γειτονιάς ήταν γνωστός για την αυστηρότητα αλλά και τη δίκαιη αντιμετώπιση.