τσιράκι

ουσιαστικό

Άτομο που εκτελεί πρόθυμα ή υποτακτικά τις εντολές κάποιου άλλου, συχνά χωρίς να έχει δική του πρωτοβουλία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μικρός τον ακολουθούσε παντού σαν τσιράκι.
  • Τον θεωρούσαν τσιράκι του διευθυντή, γιατί έκανε ό,τι του έλεγε.
  • Δεν θέλω να γίνω κανενός τσιράκι.
  • Στην παρέα τον έβλεπαν σαν το τσιράκι του πιο δυναμικού φίλου.
  • Αρνείται να λειτουργεί ως τσιράκι των συμφερόντων τους.