τσικουδιά
ουσιαστικόΠαραδοσιακό ελληνικό αποσταγμένο αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από τα υπόλοιπα των σταφυλιών (στέμφυλα) με απόσταξη· συνήθως διαυγές και χωρίς παλαίωση, με περιεκτικότητα σε αλκοόλη που κυμαίνεται συνήθως μεταξύ περίπου 38% και 55% vol., παραγόμενο κυρίως σε νησιωτικές και αγροτικές περιοχές και καταναλισκόμενο ως χωνευτικό, ορεκτικό ή συνοδευτικό σε κοινωνικές περιστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το γεύμα μας προσέφεραν ένα μικρό ποτήρι τσικουδιά.
- Στην Κρήτη είναι έθιμο να καλωσορίζουν τους επισκέπτες με τσικουδιά.
- Η πολύ δυνατή τσικουδιά του προκάλεσε πονοκέφαλο την επόμενη μέρα.
- Έφερε από το χωριό μια παλιά φιάλη τσικουδιά ως δώρο.
- Ρίχνοντας λίγη τσικουδιά στην κατσαρόλα, έδωσε ένα ιδιαίτερο άρωμα στο φαγητό.