τρώω

ρήμα

1. Καταναλώνω τροφή ή θρεπτικές ουσίες εισάγοντάς τες στο στόμα, μασώντας και καταπίνωντάς τες, ώστε να παρέχουν ενέργεια και θρέψη στον οργανισμό.

2. Καταναλώνω ή εξαντλώ πόρους, χρόνο ή ενέργεια ως αποτέλεσμα μιας δραστηριότητας ή διαδικασίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σπίτι τρώω κάθε μέρα μεσημεριανό με την οικογένειά μου.
  • Το παιδί τρώει γρήγορα το σάντουιτς πριν την προπόνηση.
  • Η σκουριά τρώει τα μεταλλικά μέρη της γέφυρας.
  • Οι φόροι τρώνε μεγάλο μέρος του μισθού του κάθε μήνα.
  • Με τρώει η περιέργεια και θέλω να μάθω τι συνέβη.