τρολάρω
ρήμα1. Κάνω σχόλια, πράξεις ή δημοσιεύσεις με σκοπό να προκαλέσω, να ενοχλήσω ή να παραπλανήσω άλλους, συχνά στο διαδίκτυο.
2. Συμπεριφέρομαι εσκεμμένα προκλητικά ή ενοχλητικά για να πυροδοτήσω αντιδράσεις σε μια συζήτηση.
Συνώνυμα
πειράζω κοροϊδεύω αστειεύομαι χλευάζω γελοιοποιώ παρωδίζω σατιρίζω σαρκάζω πειρακτηρίζω σκώπτω σαλταρω παραπληροφορώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην με παίρνεις στα σοβαρά, τρολάρω λίγο.
- Στο chat τρολάρω τους φίλους μου με αστεία σχόλια.
- Δεν ήθελα να σε προσβάλω· απλώς τρολάρω.
- Κάθε φορά που κάνουμε live, ο Μάριος τρολάρω και γελάει όλη η παρέα.
- Αν συνεχίσεις έτσι, θα νομίζουν ότι τρολάρω σε βάρος σου.