τοπ
ουσιαστικόΕίδος επάνω ενδύματος που καλύπτει το πάνω μέρος του κορμού, συνήθως χωρίς μανίκια ή με πολύ κοντά μανίκια, σε ποικιλία μηκών και σχεδίων, που φοριέται κυρίως ως καθημερινό ή θερινό ρούχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγόρασα ένα τοπ για τις διακοπές.
- Το τραγούδι μπήκε στο τοπ των 10 καλύτερων.
- Η παράσταση ήταν τοπ, όλοι ενθουσιάστηκαν.
- Φόρεσε δύο τοπ διαφορετικού χρώματος.
- Συζήτησαν για το τοπ των πωλήσεων του μήνα.