κατώτατος

επίθετο

1. Που βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο ή επίπεδο σε σχέση με άλλα.

2. Που ορίζει το χαμηλότερο όριο σε ποσότητα, μέγεθος ή βαθμό που ισχύει, απαιτείται ή επιτρέπεται.

3. Που αναφέρεται σε χαμηλότερη βαθμίδα, θέση ή αξία σε ιεραρχία ή κατάταξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε φέτος.
  • Η κατώτατη ηλικία για συμμετοχή στον διαγωνισμό είναι δεκαοκτώ χρόνια.
  • Το κατώτατο όριο θερμοκρασίας για την καλλιέργεια είναι 0°C.
  • Οι κατώτατοι μισθοί σε ορισμένους κλάδους παραμένουν χαμηλοί.
  • Οι κατώτατες προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται για την εισαγωγή στο πρόγραμμα.
  • Τα κατώτατα όρια του συστήματος καθορίζονται από τη νομοθεσία.