φανελάκι
ουσιαστικό1. Εσώρουχο μπλουζάκι, συνήθως χωρίς μανίκια και κοντό στον κορμό, που φοριέται κοντά στο σώμα κάτω από τα εξωτερικά ρούχα.
2. Αμάνικο ή ελαφρύ μπλουζάκι που χρησιμοποιείται ως αθλητική φανέλα ή ως εξωτερικό ένδυμα σε ζεστό καιρό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φανελάκι κάτω από το πουκάμισο ήταν πολύ άνετο.
- Το καλοκαίρι προτίμησε να φορέσει ένα λεπτό φανελάκι στην παραλία.
- Ο παίκτης φόρεσε το φανελάκι με το νούμερο 10 πριν μπει στο γήπεδο.
- Πλύνε το φανελάκι του μωρού σε χαμηλή θερμοκρασία.
- Το φανελάκι που αγόρασα είχε μια μικρή τρύπα στο πλάι.