τολμώ

ρήμα

1. Επιχειρώ ή προχωρώ σε ενέργεια που ενέχει κίνδυνο, δυσκολία ή πιθανότητα αποτυχίας, παρά το φόβο ή την αμφιβολία.

2. Εκφράζομαι ή ενεργώ με τόλμη απέναντι σε πιθανή αντίδραση, κριτική ή συνέπειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν τολμώ να μιλήσω μπροστά σε τόσο κόσμο.
  • Τώρα που έχω εμπειρία, τολμώ να αναλάβω πιο μεγάλα έργα.
  • Αν τολμώ να πω, αυτή η προσέγγιση έχει σοβαρά μειονεκτήματα.
  • Παρά τον φόβο, τολμώ να κάνω το πρώτο βήμα.
  • Στην παρέα είπα 'εγώ τολμώ' και ανέβηκα στη σκηνή.