τεχνογνωσία

ουσιαστικό

Το σύνολο των ειδικών γνώσεων, δεξιοτήτων και πρακτικών εμπειριών που απαιτούνται για την εφαρμογή μιας μεθόδου, την κατασκευή, τη λειτουργία ή τη λύση ενός τεχνικού ή επαγγελματικού ζητήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εταιρεία μας διαθέτει μεγάλη τεχνογνωσία στον σχεδιασμό λογισμικού.
  • Χρειάστηκε τεχνογνωσία και εμπειρία για να ολοκληρωθεί το έργο εγκαίρως.
  • Η νέα ομάδα έφερε πολύτιμη τεχνογνωσία στην παραγωγή.
  • Μετά από χρόνια δουλειάς, απέκτησαν σημαντική τεχνογνωσία στον τομέα τους.
  • Η συνεργασία με το πανεπιστήμιο βοήθησε να μεταφερθεί τεχνογνωσία στην επιχείρηση.