ταμείο
ουσιαστικό1. Χώρος ή σημείο εξυπηρέτησης όπου φυλάσσονται και διακινούνται μετρητά και πραγματοποιούνται εισπράξεις και πληρωμές.
Συνώνυμα
ταμίας ταμειακή κάσα θησαυροφυλάκιο κεφάλαιο κονδύλι απόθεμα αποθεματικό πόρος απολογισμός φράγκα λεφτά χρήμα κουμπαράς κουτί θησαυρός προϋπολογισμός λογαριασμός χρήματα τράπεζα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγα στο ταμείο για να πληρώσω τα ψώνια.
- Το ταμείο του συλλόγου παρουσιάζει έλλειμμα φέτος.
- Το ταμείο συντάξεων ανακοίνωσε αλλαγές στους όρους χορήγησης.
- Η νέα ταινία έκανε ρεκόρ εισπράξεων στο ταμείο.
- Στο τέλος της χρονιάς, το ταμείο έδειξε κέρδος για την εταιρεία.